συνεδριακός


συνεδριακός
συν-εδριακός, ή, όν, zum συνέδριον gehörig, durch ein συνέδριον verwaltet; πολιτεία, verbunden mit δημοκρατική, mit einer Ratsversammlung an der Spitze

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • συνεδριακός — ή, όν, Α [συνεδρία] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε συνέδριο 2. αυτός που διοικείται από συλλογικό σώμα («ἀήθεις ὄντας δημοκρατικῆς καὶ συνεδριακῆς πολιτείας», Πολ.) …   Dictionary of Greek

  • συνεδριακῆς — συνεδριακός governed by a fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κολούμπια — I (Columbia). Πόλη (116.278 κάτ. το 2000) των ΗΠΑ και πρωτεύουσα της πολιτείας της Νότιας Καρολίνα. Είναι χτισμένη στον ποταμό Κογκαρί και θεωρείται αξιόλογο κέντρο ναυσιπλοΐας, καθώς επίσης σιδηροδρομικός και οδικός κόμβος. Στην Κ. λειτουργούν… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.